ΤΑ ΚΑΤΩΚΟΠΙΤΙΚΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ - Η ΚΑΤΩΚΟΠΙΑ : ΥΠΟ ΚΑΤΟΧΗ

Go to content

Main menu:

ΤΑ ΚΑΤΩΚΟΠΙΤΙΚΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ

ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ

Τα  Κατωκοπίτικα καρπούζια
                 Ν.Π (1999)
    Κάτσαμε κατάχαμα -ανατολίτικη συνήθεια-συνήθεια παιδικών χρόνων και συνήθεια των γωνιών μας –των προγόνων μας αν θες- έτσι όπως καθόμασταν παλιά καταμεσής  του κάμπου του απλόχωρου που μπορεί ακόμη να χωρά τα όνειρα μας και τις προσδοκίες μας και να απλώνετε ελεύθερος χωρίς συρματόπλεγμα και σύνορα, του κάμπου που χωρίς τσίπα τροπής να απογυμνώνετε μπροστά μας πράσινος στο πείσμα του χρόνου και των καρεκλοκένταυρων ειδικών και μη που μας προειδοποιούν για την επερχόμενη ένταξη μας στον χώρο του πολιτισμού και τις Ευρώπης και την ανάγκη να αλλάξουμε τρόπους και συνήθειες με βελτιωμένες καλλιέργειες, εξωτικά φρούτα και λαχανικά για να μπορούμε λένε νάμαστε ανταγωνιστική στην Ευρώπη του 2004.  


Έτσι νάμαστε αραγμένοι στους πλαδαρούς πισινούς μας μια παρέα που είχαμε να βρεθούμε όλοι μαζί χρόνια  πολλά από το  74 πειράζοντας ο ένας τον άλλο για τα  άσπρα μαλλιά  και τα φαλακρά κεφάλια –είδες γάρο κκέλη να απαντά ο φίλος ο αγαπητός και παιδικός μου σύντροφος - και μέστα πειράγματα να αδημονούμε να διερωτόμαστε  τι και γιατί ο τρίτος τις παρέας μας έφερε εδώ καταμεσής του κάμπου στο τζιέφαλος του μποστανιού του, που με τόση φροντίδα και αγάπη φύτεψε και μεγάλωσε.
  Μήπως  έτσι για πλάκα για να μας πειράξει που  εμείς  οι άλλοι δύο  βολεμένοι στις θεσούλες μας τις κυβερνητικές  με τα βολικά μας ωράρια και τους καλούς  μισθούς και τις ανέσεις των,  που μας έκαναν να ξεχάσουμε ότι ο κάμπος αυτός ήταν και δικός μας κάμπος και πως και εμείς έχουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης.

Ο Ήλιος ο Αυγουστιάτικος παρόλο που άρχιζε να δυληνιάζει έκανε τα πρόσωπα μας να ιδρώνουν και έτσι αν θες πιο πολύ από ντροπή και τύψεις  παρά την κάψα του ήλιου.         
Σηκώθηκε  ο μποσταντζιής φίλος μας και με αργά και σταθερά βήματα προχώρησε στην μέση του μποστανιού βγάζοντας μας συνάμα και από την αμηχανία που μας είχε πιάσει.
   Τον παρακολουθούσαμε απορημένοι να αναζητά και να ψάχνει στα πλατιά φύλλα του μποστανιού και με έκπληξη  να των βλέπουμε να σηκώνει το βαρύ φορτίο, να το σηκώνει ψηλά σαν τρόπαιο και πάλη με αργά και σταθερά βήματα  αφού εναπόθεσε το καρπούζι στη θέση τις κοιλιάς με τα δύο χέρια
σταυρωτά να το κρατά σταθερά   να έρχεται προς το μέρος μας .
       
Φτάνοντας κοντά  μας και αφού εναπόθεσε το καρπούζι κατά γης  τότε και μόνο  ταράξαμε από την θέση μας και σαν ελατήρια ανασηκωθήκαμε και σταθήκαμε εκεί να κοιτάζουμε και να μην χορταίνουμε εκεί αποσβολωμένοι  ένα καρπούζι. Ένα όχι οποιοδήποτε  καρπούζι ,ένα  καρπούζι 10 περίπου οκάδες, με σκούρο- πράσινη τραχιά φλούδα.

Καρπούζι "ακλονοποίητο" σαν κι΄αυτά   που φύτευε η γιαγιά και η μάνα μας στον κατωκοπίτικο κάμπο τις μαζερής  και που μάζευαν  τις κοκκόνες του μία-μια για να τις στεγνώσουν στον ήλιο και να τις φυλάξουν  να τις καλαντίσουν τα φώτα με αγιασμό και να τις ευλογήσει ο παπάς  ανήμερα των Θεοφανίων .  
   
Αφού μας πέρασε η έκπληξη και ο μποσταντζιής πίρε το καρπούζι και το έβαλε στα αυλάκι με το νερό που έτρεχε γάργαρο ποτίζοντας το χωράφι δίπλα να δροσίσει λίγο μέχρι να ετοιμαστεί το τραπέζι έτσι κατάχαμα με χαλλούμη και  ψωμί σταρένιο.

Το φύτεμα του μποστανιού γινόταν μέσα του Απρίλλη αφού  γινόταν όλοι η προεργασία που απαιτείτο για την καλλιέργεια και την προετοιμασία του χωραφιού.  Πότισμα με το νερό του Χειμώνα, κόπρισμα , όργωμα ,σαράκλισμα έτσι ώστε το χωράφι να είναι έτοιμο για την σπορά.

Το φύτεμα των σπόρων που ήταν καθαγιασμένος καρπός από τον ιερέα κατά την διάρκεια της μεγάλης γιορτής των Φώτων  γινόταν από όλοι την οικογένεια.
Η μεγάλη ένια των γεωργών κατά την περίοδο του Μάη ήταν να μην βρέξει γιατί με την βροχή και την κάψα του ήλιου του Μαγιού που ακολουθούσε υπήρχε ο κίνδυνος τα μποστάνια να "κολοτζιάσουν" να μην μπορέσει δηλαδή ο σπόρος να  φυτρώσει λόγω τις σκλήρυνσης της "τσίππας" τις επιφάνειας του εδάφους από την βροχή  και τον δυνατό ήλιου του Μάη.

Μετά το βλάστημα  και καθώς τα φυτά μεγάλωναν έπρεπε να "τζιημίσουν" το μποστάνι να δώσουν στο φυτά την κατεύθυνση του ανέμου και έτσι να είναι  και  όλα τα φυτά σε μια κατεύθυνση για να  γίνεται πιο καλά η ανάπτυξη του μποστανιού  και η συγκομιδή να γίνεται πιο εύκολα.

Μόνο τότε και εφόσον τελείωναν με το "τσιήμισμα" του μποστανιού το μποστάνι ποτιζόταν με νερό από τον ναό η  τον βαθύ με νερό του σιημόνα  αν ήταν καλοχρονιά τα πολύ παλιά χρόνια και αργότερα με νερό από  τις διατρήσεις.

Εκτός από τις διάφορες ποικιλίες καρπουζιών και πεπονιών όπως τα Καλιφορνέζικα τα  Αργείτικα  Ισπανικά πεπόνια και τα  κύτρινα ή άσπρα καναρίνια που προορίζονταν  κυρίως για εξαγωγή μέσω των  τοπικών αγροτικών συνδέσμων του χωριού  σε κάθε μποστάνι φύτευαν ενδιάμεσα των  φυτών τις καρπουζιάς λουβιά , μπάμιες , ντομάτες ,αγγούρια ,μαρταγγούρες για τα περίφιμα κατωκοπίτικα γεμιστά, ατζιούρκα(φακούσια) που νοστίμιζαν τις σαλάτες μας , κολοκύθια  που οι μανάδες μας τα τηγάνιζαν με τα αυγά όταν ήταν φρέσκα και τρυφερά και που στο τέλος  όταν πογκούριζαν το μποστάνι  τα μάζευαν και φύλαγαν τα "κοτζινοκόλοκα", για να φτιάξουν τι μέρες των νηστειών τις περίφημες σπιτικές  κολοκοτές με φρέσκο πουργούρι και σταφίδες
Τα φρέσκα λουβιά με πράσινο φρέσκο κολοκυθάκι ήταν το γαστρονομικό συμπλήρωμα τις αγροτικής διατροφής  όσο διαρκούσε η φυτεία.

Όταν   πογκούριζαν το μποστάνι  μάζευαν  τα αποξηραμένα λουβιάτα περίφημα (μαυρομμματίκα)- και καθ΄ολη την διάρκεια του χειμώνα τα μαγείρευαν    βραστά  με  μικρά κομμάτια  κοτζινοκόλοκου  η εναλλακτικά με άγρια ραδίκια ή μάγγαλλους δώρα του Κατωκοπίτικου του κάμπου.
  Με το φρέσκο λάδι τις ελιάς να προσθετή μια γεύση  ονειρεμένη και που ακόμη όταν το ξανάβραζαν για να δώσουν  μια ξεχωριστή γαστρονομική   γεύση το έκαναν με "τιάνιση"τσιγάριζαν  δηλαδή κρεμμύδι με λιόλαδο
προσφέροντας στην οικογένεια εναλλακτική επιλογή και ολοκληρωμένη απόλαυση σε χρόνους χαλεπούς και δύσκολους .

 Στις άκριες του χωραφιού φύτευαν σιταροπούλλες για τα ζώα και  τζιηχρή ένα είδος φυτού που μαζί με την σιταροπούλλα  χρησίμευε για φράκτης του μποστανιού αλλά και για την κατασκευή των φρουκαλιών και των σκούπων .
Από το φύτεμα μέχρι να μεγαλώσουν τα καρπούζια και να ωριμάσουν χρειάζονταν να περάσουν περίπου 60 ημέρες .Φτάναμε δηλαδή στον Αύγουστο.
 Μετά το τζιήμισμα του μποστανιού και από την ημέρα που το μποστάνι άρχιζε να πορίφκη (να καρποφορεί) τον καρπό του ,άρχιζε το φύλαγμα  με πρώτιστο μέλημα την κατασκευή τις
"καλύφης" μιας πρόχειρα κατασκευασμένης καλύβας με παλιά βολίκια , παλλούρες και ποκαλάμες και που δίπλα φύτευαν την  νεροκολοτσιά για να φτιάξουν αφού τα αποξήραναν καλά τα πλουμιστά κρασοκόλοκα.
Οι περισσότεροι "μποσταντζίες"   και  κατά το πλείστο όσων τα μποστάνια ήταν μακριά από το χωριό διανυκτέρευαν στα μποστάνια τους καθ΄όλη  την διάρκεια του καλοκαιριού και μέχρι το πογκούρισμα (το ξήλωμα ) του μποστανιού

Ήταν αναγκαία η παρουσία των στα μποστάνια για να φοβίζουν τα πετεινά  και ιδίως των λαχτοκουντουριών (ορτύκια) και των περδικιών που προξενούσαν μεγάλες καταστροφές στα καρπούζια ιδίως όταν ήταν τρυφερά πριν την ωρίμανση  και των  κατσικόρονων (κολιών)  κατά την διάρκεια τις ωρίμανσης.
Για να φοβίζουν επίσης τα πετεινά τοποθετούσαν  σκιάχτρα (βλάμπουρα) φτιαγμένα με παλιά ρούχα που τα γέμιζαν με άχυρο και που για να τα στερεώσουν  τα  σταύρωνα κυριολεκτικά τοποθετώντας  τα  σε διάφορα μέροι του μποστανιού.

  Όταν τα καρπούζια ωρίμαζαν  και έφτανε  η εποχή τις συγκομιδής τα καρπούζια και τα καναρίνια μαζεύονταν σε μεγάλους σορούς εντός του μποστανιού  από όπου και μεταφέρονταν στα συσκευαστήρια με την βοήθεια ζώων και αργότερα με τρακτέρ και φορτηγά αυτοκίνητα.
  Η παραγωγή καρπουζιών σε μεγάλη κλίμακα που προοριζόταν για εξαγωγή και που γινόταν πάνω σε οργανωμένη βάση γινόταν μέχρι και το 1966 περίπου και την διαλογή την  συσκευασία
και την μεταφορά τους στην Λεμεσό από όπου και γινόταν η εξαγωγή  τους  αναλάμβαναν τα τοπικά συσκευαστήρια  που λειτουργούσαν στο χωριό και που με την συνεισφορά τους στο τομέα τις εργοδότισης  στην διαλογή  των τοπικών αγροτικών προϊόντων όπως πατάτες , καρότα , παντζάρια, κ.α    διαμόρφωσαν την αγροτική και κοινωνική  ανάπτυξη του χωριού .
 Ήταν 29 του Αυγούστου ήμερα της αποκεφάλισης του Ιωάννου του Προδρόμου  και  ο αγαπητός φίλος θυμήθηκε ότι δεν αποκεφάλιζαν τα καρπούζια τιμώντας με αυτό τον τρόπο την μνήμη του Αγίου.
 Έσπασε το καρπούζι πάνω σε μια μεγάλη πέτρα αποκαλύπτοντας  το κατακόκκινο περιεχόμενο που δρόσισε με γλυκιά γεύση τον ουρανίσκο μας  τρώγοντας (μουρτζιέυκοντας) το ακριβός με τον ίδιο τρόπο  όπως τότε που είμαστε μικροί.
  Μαρουτζιόντας το γλυκύτατο  περιεχόμενο θυμηθήκαμε ακόμη και  το γλυκό του καρπουζιού που έφτιαχναν η μανάδες  μας από τα φύλλα του καρπουζιού.
   Πέρασε η ώρα  και ήμασταν ακόμα εκεί να αγναντεύουμε  μέσα από τον ατέλειωτο κάμπο ως εκεί που έφτανε το μάτι μαςμέχρι την θάλασσα στο κόλπο του Μόρφου ακούγοντας τις πέρδικες και τα ορτύκια να μας  θυμίζουν ότι είναι η ώρα να "τζιητάσουν" παρακαλώντας  μας - σχεδόν ικετεύοντας μας -  να φύγουμε .
 Παραμείναμε για αρκετή ακόμη  ώρα  αναπολώντας   τα χρόνια  τα παλιά  με  τηνσύγχρονη πραγματικότητα να   απολιθώνει  τις μνήμες  θυμίζοντας μας σε κάποια στιγμή  ότι ήταν  ώρα να  φύγουμε.
   Αγγίζοντας τον φίλο μου  στον ώμο, ξαφνικά  συνειδητοποίησα το μέγεθος του συμποσίου  που ήμουν μάρτυρας και συνεργός .

Προχωρώντας στο αυτοκίνητό μου άνοιξα δειλά – δειλά  την δεξιά παλάμη που κρατούσα ερμητικά κλειστή την ώρα του αποχαιρετισμού  .
Οι μαύρες "κοκκόνες" ήταν εκεί με τις μελλούμενες  ρίζες τους να καταλήγουν στην καρδιά μου.

 
Back to content | Back to main menu